Εργασιακά δικαιώματα: πρόσω ολοταχώς για τον 19ο αιώνα

Κοινωνία Πολιτική
Δημήτρης Κοτρόγιαννος, καθηγητής πολιτικής φιλοσοφίας –

Η πανδημία του νέου κορωνοϊού έχει επιφέρει πολλαπλές ανακατατάξεις στους περισσότερους τομείς της καθημερινότητας. Ένας από τους πιο σοβαρούς μετασχηματισμούς συντελείται στον τομέα της εργασίας, λόγω της ραγδαίας επέκτασης της τηλεργασίας, με αποτέλεσμα την αλλαγή της φύσης της. Πλέον όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι έχουν μετατρέψει τον προσωπικό τους χώρο σε χώρο εργασίας. Η ιδιωτικότητα του ανθρώπου στρεβλώνεται σε βάρος της κοινωνικότητας του, ο προσωπικός ελεύθερος χρόνος συρρικνώνεται και οι ενδοοικογενειακές εντάσεις αυξάνονται. Η αναπροσαρμογή στους νέους όρους απασχόλησης, λόγω του φόρτου εργασίας και της διεύρυνσης του ωραρίου, τείνει να ορίσει μονοσήμαντα το νέο τύπο απασχολούμενου που ζει πλέον για να εργάζεται και δεν εργάζεται για μια καλύτερη ζωή. Η εργασία ως μέσο χειραφέτησης του ανθρώπου τείνει να γίνει ο δυνάστης του.

Η ελληνική αγορά εργασίας αντιμετωπίζει χρόνια προβλήματα τα οποία εντάθηκαν με την οικονομική κρίση και αναμένεται να αποκτήσουν εκρηκτικές διαστάσεις στο μέλλον με αφορμή τις συνθήκες εργασίας που επέβαλλε η πανδημία. Φαινόμενα όπως η αδήλωτη εργασία, η ψευδοεπιχειρηματικότητα, η εκ περιτροπής ή ευέλικτη απασχόληση και συνεπώς η εκμετάλλευση των εργαζομένων, γίνονται ενδημικά, με καθεστωτικά χαρακτηριστικά υπό τις ευλογίες της κυβέρνησης. Είναι γεγονός ότι μόνο ανησυχία μπορούν να προκαλέσουν τα όσα έχουν έρθει στο φως της δημοσιότητας για το νέο εργασιακό νομοσχέδιο που ετοιμάζει η κυβέρνηση και αναμένεται να φέρει στο Κοινοβούλιο μέσα στον Μάιο. Κι αυτό γιατί φαίνεται ότι παρά τις προσπάθειες να περιοριστούν φαινόμενα όπως η συνεχής κατάσταση stand by του εργαζόμενου μέσω της κατοχύρωσης του δικαιώματος στην αποσύνδεση, η ελαστικοποίηση της απασχόλησης που προωθείται μέσω των ατομικών συμβάσεων εργασίας θέτει τον εργαζόμενο σε μια νέα κατάσταση που τον καθιστά δέσμιο του εργοδότη. Η αύξηση των ωρών εργασίας με ευέλικτο τρόπο δημιουργεί επίσης περιθώρια εκμετάλλευσης του εργαζόμενου, καθώς θα υπάρχει πλέον η δυνατότητα να απασχολείται περισσότερες ώρες, μέσω αδήλωτης ή μερικώς δηλωμένης απασχόλησης. Ή καλύτερα, το νέο νομοσχέδιο δίνει την εντύπωση ότι θέλει να διαχειριστεί τους μετασχηματισμούς που φέρνει η πανδημία αλλά στην ουσία νομοθετεί τη δέσμευση του εργαζόμενου με τη συναίνεσή του. Ανήκουστο αλλά σοβαρό ενδεχόμενο: η κυβέρνηση θέλει να ορίσει νομοθετικά τον χρόνο μας!

Στοιχεία από πρόσφατες έρευνες στην Ελλάδα αναδεικνύουν ότι η επισφαλής εργασία συνεχώς αυξάνεται, δημιουργώντας στην ουσία ένα πλαίσιο νέων φτωχών εργαζομένων που δεν έχουν τη δυνατότητα να εξέλθουν από αυτό. Υφίσταται δηλαδή μια κατάσταση διαγενεακής μεταβίβασης της φτώχειας, προσλαμβάνοντας κληρονομικά χαρακτηριστικά. Ελλιπής κοινωνική κινητικότητα, αυξημένη εργασιακή επισφάλεια, ανισότητες ανάμεσα στα φύλα, διεύρυνση εκμετάλλευσης των εργαζομένων και μια νέα γενιά που αδυνατεί να ξεφύγει από τον φαύλο κύκλο της φτωχοποίησης, είναι μόνο κάποια από τα χαρακτηριστικά που έχει διογκώσει η πανδημία και αρνείται να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση. Η ερώτηση είναι γιατί; Μήπως η πανδημία αποτέλεσε τη μοναδική ευκαιρία για την εφαρμογή των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που εξ αρχής υποστήριζε αλλά δυσκολευόταν να προτείνει την εφαρμογή τους; Πλέον, σήμερα, με το πρόσχημα εξορθολογισμού της αγοράς εργασίας και των μετασχηματισμών που έχει επιφέρει η πανδημία, η κυβέρνηση προωθεί πολιτικές που θέτουν σε αμφισβήτηση την ίδια την προσωπικότητα και τις ελευθερίες του εργαζομένου και μάλιστα με τη συναίνεσή του, μιας και θα διαπραγματεύεται με τον εργοδότη ατομικά τους όρους απασχόλησης. Η ηθική της εργασίας ανασκευάζεται μέσα από τη νομοθέτηση πρακτικών που αφήνουν ανοιχτή την εκμετάλλευσή του και απειλούν την κοινωνική συνοχή. Αυτό που είχε απομείνει, έστω σε κάποιους, μετά την κρίση ως «πλήρες πλαίσιο βιογραφίας» πλέον μετατρέπεται δραστικά σε «επισφαλές πλαίσιο», με ολοένα και περισσότερους εργαζόμενους να αδυνατούν να ανταποκριθούν στις υλικές και πνευματικές ανάγκες τους. Αποτέλεσμα όλων των παραπάνω, σύμφωνα με τις έρευνες, είναι η ένταση του φαινομένου του τρόμου λόγω της εργασιακής επισφάλειας.

Τα παραπάνω ζητήματα επιτείνουν ακόμα περισσότερο το δημογραφικό πρόβλημα και τις οξύτατες συνέπειές του που αντιμετωπίζει η χώρα μας. Αυτό συμβαίνει διότι οι νέοι, ευρισκόμενοι σε αυτή την επισφαλή κατάσταση, αδυνατούν να σχηματίσουν οικογένεια, διότι δε διαθέτουν τους απαραίτητους πόρους για να την συντηρήσουν. Συνέπεια όλου αυτού του φαινομένου είναι η επιδείνωση της υπογεννητικότητας. Το δε επίδομα των 2000€ για κάθε γέννηση που σωστά θέσπισε η κυβέρνηση μοιάζει πλέον με φιλοδώρημα για τους νέους γονείς. Ταυτόχρονα, εργαζόμενοι οι οποίοι ζουν μέσα στο περιγραφόμενο πλαίσιο επισφάλειας είναι βέβαιο ότι, όπως και κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, θα αναζητήσουν ένα καλύτερο μέλλον στο εξωτερικό. Έτσι, η διαρροή εγκεφάλων θα συνεχιστεί με ότι αυτό συνεπάγεται για την κοινωνική, οικονομική και δημογραφική κατάσταση της χώρας. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι την τελευταία δεκαετία εγκατέλειψαν την χώρα τουλάχιστον 400000 νέοι επιστήμονες όλων των ειδικοτήτων.  

Είναι παράξενο λοιπόν, την ώρα που και οι δύο πλευρές του Ατλαντικού αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες για την εξομάλυνση της αγοράς εργασίας αλλά και της προστασίας των εργαζομένων από κάθε μορφή αυθαιρεσίας, η κυβέρνηση Μητσοτάκη να επισπεύδει τη νομοθέτηση της πλήρους απορρύθμισής της. Με αυτό το νομοσχέδιο είμαστε έτοιμοι να ζήσουμε μια φοβερή απαξίωση του δικαιώματος της εργασίας, ή καλύτερα να βιώσουμε μια αντι-επανάσταση. Θα είμαστε πλέον μάρτυρες επιστροφής του ανησυχητικού κλίματος του 19ου αιώνα, του άγριου καπιταλισμού και της έκρηξης των ανισοτήτων. Επιχειρείται η αναδιαμόρφωση της κοινωνίας με όρους διαχωρισμού, κοινωνικού σχίσματος και θεσμοθέτησης της φτώχειας, με αποτέλεσμα να αποσυντίθεται η κοινωνία και ο άνθρωπος να είναι ξένος για τον άνθρωπο.

Η απειλή της επιστροφής στη βαρβαρότητα τονίζει τη σοβαρότητα της παρούσας κατάστασης η οποία οφείλει να αντιμετωπιστεί με όρους κοινωνικού συμφέροντος και όχι της κατίσχυσης του ατομικισμού. Πρέπει να πάμε πέρα από την αγανάκτηση και την απλή καταγγελία και να διερευνήσουμε τις προϋποθέσεις για να ξαναφτιάξουμε μια ανθρώπινη κοινωνία χωρίς διακρίσεις και αποκλεισμούς. Οφείλουμε να καταλάβουμε ότι πρέπει να επενδύσουμε στις ιδέες της ενότητας, της σύνθεσης και της συντονισμένης δράσης της δημοκρατικής παράταξης γιατί είναι η μόνη που μπορεί να αρθρώσει ένα προοδευτικό λόγο απέναντι στη συντήρηση. Όχι βέβαια να επαναλάβει ένα λόγο περασμένων εποχών αλλά ένα συνειδητοποιημένο και υπεύθυνο λόγο των επιβεβλημένων αλλαγών που απαιτούν οι σύγχρονες συνθήκες για να ατενίσουμε με αισιοδοξία το μέλλον.

Σίγουρα το ζήτημα της εργασίας χρειάζεται ρύθμιση. Το ζητούμενο είναι προς ποια κατεύθυνση. Οι ευρωπαϊκές εμπειρίες υπό όρους θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια πυξίδα προσανατολισμού, λαμβάνοντας πάντα υπόψιν ότι ήταν δόκιμες για την ευρωπαϊκή πραγματικότητα και όχι απαραίτητα για τη χώρα μας. Η flexicurity, όπως την αντιλαμβάνεται το νομοσχέδιο της κυβέρνησης, δημιουργεί πιέσεις αντί να εγγυάται τα δικαιώματα των εργαζομένων. Τα στοιχεία δηλώνουν ότι η Ελλάδα βρίσκεται στις πρώτες θέσεις ανάμεσα στις Ευρωπαϊκές χώρες στο επίπεδο της αδήλωτης απασχόλησης και της φτώχειας εντός της εργασίας (in-work poverty). Επομένως, η επιδιωκόμενη ευελιξία κατ’ ουσίαν αυξάνει την ανασφάλεια με αποτέλεσμα η κοινωνική ευαλωτότητα (vulnerability) και οι συνέπειές της να αποτελούν μόνιμη συνθήκη του μεγαλύτερου μέρους της κοινωνίας.

Αν οφείλουμε να υπερασπίσουμε την εργασία αυτό πρέπει να γίνει με αρχές κοινωνικής δικαιοσύνης. Η κοινωνική ανισότητα αδυνατίζει το αίσθημα να ζήσουμε μαζί μέσα στην ίδια κοινωνία και μας οδηγεί σε μια κοινωνία της διακινδύνευσης, της καχυποψίας και του φόβου των άλλων. Τονίζει τους μηχανισμούς του διαχωρισμού και της ανάπτυξης κάθε είδους ρατσισμού. Επομένως, η προστασία της εργασίας είναι απαραίτητη για την εγγύηση της ατομικής ελευθερίας, της ανθρώπινης δημιουργικότητας, της αυτονομίας του ατόμου και συνεπώς της λειτουργίας της δημοκρατίας. Η δημοκρατία δεν αφορά μόνο την λειτουργία της πολιτικής ζωής stricto sensu αλλά προϋποθέτει έναν πολίτη που θα συμμετέχει και θα ενεργεί. Με αυτή την έννοια, η προστατευμένη εργασία αποτελεί την αναγκαία και επαρκή προϋπόθεση κάθε ελεύθερης πολιτικής πράξης γιατί αποσκοπεί να διασφαλίσει την ανεξαρτησία του πολίτη. Η ικανοποίηση των αναγκών και η επίτευξη της κοινωνικής ευημερίας αποτελούν θεμέλια για την αυτονομία του πολίτη. Απέναντι σε αυτή την αμφισβήτηση της δημοκρατίας είναι περισσότερο απαραίτητη από ποτέ μια προοδευτική πολιτική απάντηση που θα προάγει τα πάγια αιτήματα της πλήρους απασχόλησης, της εξισορρόπησης εργασιακού και οικογενειακού βίου, του οκταώρου, της προστασίας από κάθε είδους εργοδοτική εκμετάλλευση, της μείωσης των ανισοτήτων ανάμεσα στα φύλα και της διασφάλισης ενός μισθού που θα απελευθερώνει το άτομο από τον κίνδυνο της φτώχειας. Το νεοφιλελεύθερο αξίωμα της κυβέρνησης θέλει να παραδώσει μονοπωλιακά τα σχέδια και τη διαχείριση της κοινωνίας στις φιλελεύθερες ελίτ. Γι’ αυτό δεν φτάνει η αντίσταση αλλά η συντονισμένη ενεργοποίηση της δημοκρατικής και σοσιαλιστικής παράταξης που θα αναλάβει τη μεταρρύθμιση ενός επιτελικού, σύγχρονου κράτους το οποίο θα εγγυάται την οικονομία της ελεύθερης αγοράς και ταυτόχρονα την αλληλεγγύη και της συνοχή της κοινωνίας μέσα από την εργασία.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.